simple answers for family prosperity

Έρωτας στη Νέα Γη

Αισθηματικό μυθιστόρημα φαντασίας της Βαρβάρας Σεργίου

Όλα τα δικαιώματα, τίτλου, εξωφύλλου, ιστορίας και κειμένου είναι κατοχυρωμένα και ανήκουν αποκλειστικά στην συγγραφέα Βαρβάρα Σεργίου,
Copyright © 2019, Βαρβάρα Σεργίου, All rights Reserved

Copyright, © 2019, Βαρβάρα Σεργίου. All Rights Reserved.

Copyright, © 2019, Βαρβάρα Σεργίου. Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα.

Κεφάλαιο 1


ΗΛΕΚΤΡΑ

590 Έτη Μετά την Αποκάλυψη

Πλανήτης Νέα Γη

Σαν σήμερα, το 3000 Anno Mundi, η ανθρωπότητα γιόρταζε την έναρξη του ταξιδιού προς την Λύτρωση μας. Όμως ο χρόνος μας άλλαξε, πλέον δεν μετρούσαμε έτη του Κόσμου αλλά τα έτη μετά την Αποκάλυψη. Πριν από 590 έτη, ο Λυτρωτής, αυτό το σωτήριο σκεύος, ταξίδεψε ανάμεσα στα φλεγόμενα αστέρια του σύμπαντος έχοντας στους εσωτερικούς του θαλάμους, τριακόσιους επιζώντες. Λυτρωτής, ένα όνομα που του έδωσαν οι πρόγονοι μας και σίγουρα άρμοζε στο διαστημόπλοιο που θα μετέφερε τους τελευταίους ανθρώπους κάπου μακριά και ασφαλισμένα. Σε ένα πλανήτη χιλιάδες χιλιόμετρα πέρα από την καταστρεμμένη Γη. Οι επιστήμονες πριν την Αποκάλυψη είχαν βρει τη λύση.

Ταξιδεύαμε σε θαλάμους κρυογονικής για τρεις γενεές μέχρι που οι πρόγονοι μας προσεδαφίστηκαν σε ένα πιο ασφαλή πλανήτη από ότι ήταν η Γη. Αυτό και αν είναι ειρωνεία. Το πρόβλημα φυσικά, δεν ήταν ο πλανήτης μας. Ποτέ δεν ήταν! Αυτό το γνωρίζαμε εμείς οι νεότεροι Νεογείς από τις ιστορίες και τους μύθους που διηγούνταν στο σχολείο οι φροντιστές μας. Και έτσι συμβιβαστήκαμε εδώ, σε αυτό το άγονο χώμα. Το πρόβλημα όμως δεν ήταν κανέναν πλανήτης αλλά ήμασταν εμείς οι ίδιοι, οι άνθρωποι, που εγκατέλειψαν την νεκρή Γη που κουβαλούσε στα σωθικά της τα πτώματα όλων εκείνων των ανθρώπων που καθοδηγούμενοι, σαν ανδρείκελα, έδωσαν την ζωή τους περιμένοντας την Λύτρωση τους, τη Σωτηρία τους.

Η αλήθεια ήταν πολύ χειρότερη από ότι θα την φανταζόταν το πιο διεστραμμένο και προβληματικό μυαλό. Ο άνθρωπος σκότωσε τον άνθρωπο, εξαφάνισε την Φύση και τελικά θανάτωσε την Γη. Όταν ο πόλεμος τελικά έπαψε, οι άνθρωποι άφησαν τα όπλα τους και τις πολεμικές μηχανές και έπιασαν τα φτυάρια για να θάψουν τους νεκρούς τους. Τους τίμησαν τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Τους έκλαψαν και τους άναψαν κεριά που επέπλεαν στο ανθρώπινο λίπος. Προσευχήθηκαν γι αυτούς στο Θεό της η κάθε φυλή για να σώσουν τις ψυχές των νεκρών τους, ενώ τώρα θα έπρεπε να προσεύχονται για να σώσουν την δική τους. Έλεος, μόνο το έλεος Του θα μπορούσε να αλλάξει την τωρινή πορεία της ανθρωπότητας. Αξέχαστοι, αγαπημένοι, τιμημένοι, κι όμως νεκροί. Πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, μετά το Πόλεμο των κουμπιών.

Και… ο κόσμος έγινε πιο απλός. Πιο λιτός, πιο αυτάρκης. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε. Γιατί δεν υπήρχε ελπίδα, καθώς το κουτί της Πανδώρας εξαπέλυσε στον κόσμο τα πάνδεινα και αμέσως έκλεισε σφραγίζοντας την ελπίδα βαθιά μέσα του.

Δεν είχε μείνει τίποτα που θα μπορούσε να αναστυλωθεί, δεν υπήρχε χώμα άθικτο από τα πυρηνικά για να καλλιεργηθεί τίποτα που να προσφέρει φαγητό. Τα ζώα πέθαιναν όπως και ο άνθρωπος, αφήνοντας τα μολυσμένα κουφάρια τους σαν πετάμενα κλαδιά στη γη. Δεν μπορούσες να βρεις ούτε μια σταγόνα νερού που να μην ήταν δηλητηριασμένη για να ξεδιψάσεις. Αν το έπινες σου έκαιγε τα σωθικά προσφέροντας σου ένα μαρτυρικό θάνατο.

Μέσα στη τόση δυστυχία, σποραδικά άκουγες κλάματα μωρών που σε μια άλλη εποχή ήταν χαρά, καλοτυχία και ευτυχία. Τότε όμως ήταν διαφορετικά. Τα κλάματα ήταν νεογέννητων, παραμορφωμένων μικρών πλασμάτων που εξωτερικά άνηκαν σε άλλο είδος και όχι στους ανθρώπους. Αυτά τα βρέφη ποτέ δεν μεγάλωσαν. Ποτέ δεν είδαν το φως της ημέρας.

Τόσος πόνος, τόση δυστυχία μα ο Θεός δεν άκουσε ποτέ καμιά προσευχή. Καμιά ελπίδα για τη Γη και τους επιβάτες της. Ο άνθρωπος απομονώθηκε. Κλείστηκε στον εαυτό του και προσπαθούσε να προστατέψει την οικογένεια του αν του είχε απομείνει κάποιος από αυτή. Κανένας δεν πλησίαζε άλλον άνθρωπο φοβούμενος ότι θα άκουγε τον σπαραγμό της ψυχής του.

Σήμερα, τόσα χρόνια μετά την αποκάλυψη και τελικά αυτό που μας απέμεινε για να θυμόμαστε ήταν μόνο μία επέτειος. Αυτή της φυγής μας προς την γη της επαγγελίας, η ελπίδα μας ότι θα σωθούμε, ότι πρόκειται να επιβιώσουμε και θα αναπαράγουμε το είδος μας σε ένα καινούργιο πλανήτη που αποκαλούμε Νέα Γη.  

Κεφάλαιο 2

ΗΛΕΚΤΡΑ

Μερικές μέρες πριν την Συγκομιδή

Η γυναίκα που στο όνειρο αποκαλούσα δαίμονα με κοιτούσε εχθρικά με τα σκοτεινά της μάτια τόσο επίμονα σαν μάγισσα που προσπαθούσε να με υπνωτίσει. Το παγερό της βλέμμα ήταν κοφτερό σαν σπαθί Σαμουράι και διαπερνούσε την ψυχή μου μαρτυρικά.

Το λεπτό της στόμα την έκανε να μοιάζει ακόμα πιο θυμωμένη και αλλάζοντας μορφασμό, σχημάτισε τώρα ένα ειρωνικό, πλατύ μειδίαμα που κανένας δεν θα μπορούσε να το πει χαμόγελο.

Η γυναίκα φαινόταν πολύ νέα, χωρίς το παραμικρό ίχνος ρυτίδας στο αψεγάδιαστο πρόσωπο της. Αντικειμενικά ήταν μια όμορφη γυναίκα, ωστόσο αυτή η παρανοϊκή φρέσκια μορφή της μου προκαλούσε σφοδρή ανησυχία, έντονο τρόμο και σκοταδιστική φρίκη. Στον ύπνο μου γαντζώθηκα από το λευκό πουπουλένιο μαξιλάρι μου σαν να επρόκειτο για το σωσίβιο μου στην απέραντη μαυρίλα της βαθιάς θάλασσας, πασχίζοντας ταυτόχρονα να ξυπνήσω για να σωθώ από την βλοσυρή ματιά της.

Δίπλα στο δαίμονα υπήρχε ένα σάπιο κουφάρι που κρεμόταν ανάποδα σαν σφαγιασμένο ζώο. Ήταν δεμένο με σκουριασμένες, βαριές αλυσίδες περασμένες σε μεγάλους χοντροκομμένους κρίκους στερεωμένους στην οροφή του πέτρινου τοίχου.

Το πτώμα έμοιαζε να ήταν το θύμα της γυναίκας, όμως πρέπει να ήταν πολύ σημαντικό γιατί το φύλαγε σαν φρουρός. Δεν ήταν απλά ένα κατασπαραγμένο ζώο. Ήταν ένα σημαντικό, κουφάρι βουτηγμένο στη σαπίλα και τη βρωμιά του ίδιου του αίματος του. Τον είχαν θυσιάσει;, διερωτήθηκα.

Το σώμα του θύματος άρχισε να κουνιέται σαν παιδί σε κούνια. Παρατήρησα ότι στην πλάτη του, ανάμεσα στις βαθιές πληγές υπήρχαν δύο ζαρωμένα σημεία μαύρα από το κάψιμο. Τραχιές λωρίδες από παχύ και αηδιαστικό εξογκωμένο δέρμα ανέμιζαν ζαρωμένες και ξεχειλωμένες. Έμοιαζαν με βρικολακιασμένες βδέλλες που προσπαθούσαν να αφαιμάξουν ως το μεδούλι τ’ άψυχο κορμί.

Ο λυγμός έφτασε βουβός στα χείλη μου και πνίγοντας τον, άφησα τα δάκρυα μου να κυλήσουν αστείρευτα.

«Σταμάτα Δαίμονα… σταμάτα να με βασανίζεις επιτέλους…» πρόσταξα την γυναίκα φωνακτά χωρίς να πετυχαίνω τίποτα στον ύπνο μου.

Τα κενά μάτια της άρχισαν να γεμίζουν με αίμα και πλέον ήταν κόκκινα σαν το χρώμα του ανατέλλοντος ηλίου. Το αίμα που κάλυψε τους βολβούς των ματιών της άρχισε να βγαίνει με μικρούς πίδακες από τους πόρους του δέρματος της και το έγλειψε με την μακριά, διχαλωτή της γλώσσα που έφτανε μέχρι τα μάγουλα της.

Ένιωσα τη ψυχή μου να μαραίνεται και την καρδιά μου να σπάει μαρτυρικά σε χίλια κομμάτια. Η γυναίκα με πλησίασε νωχελικά, αργά και σταθερά. Εξακολουθούσε να με κοιτάει με απέχθεια ακόμα και όταν κόλλησε το αιματοβαμμένο πρόσωπο της στο δικό μου.

Η δαιμόνισα άνοιξε το τεράστιο στόμα της διάπλατα σαν οχιά και ούρλιαξε στο πρόσωπο μου προκαλώντας κύμα αέρα στα μαλλιά μου.

Όταν η φρικτή εικόνα της δαιμονισμένης γυναίκας έσβηνε αργά και βασανιστικά από το μυαλό μου μόνο τότε άρχισα να νιώθω το μουδιασμένο κορμί μου.

Παραμιλούσα ακόμα στον ύπνο μου όταν απότομα ανακάθισα στο στενό μου κρεβάτι. Ξύπνησα χωρίς να μπορώ να αρθρώσω λέξη. Τα χέρια μου ακουμπούσαν το δροσερό προσκέφαλο μου που ήταν μούσκεμα από τα δάκρυα. Σκέπασα αδύναμα με τα χέρια το πρόσωπο μου, μάζεψα τα πόδια μου και ακούμπησα το μέτωπο πάνω στα γόνατα μου. Τα δάκρυα μου δεν έπαυαν να χαϊδεύουν το συνοφρυωμένο μου πρόσωπο από τον πόνο των εφιαλτικών εικόνων στον ύπνο μου.

Το πρόσωπο της γυναίκας να γελάει θριαμβευτικά ήταν η τελευταία μου σκέψη την ίδια ακριβώς στιγμή που ο αδερφός μου πάτησε τον διακόπτη του φωτιστικού στο κομοδίνο και το κυκλικό υπνοδωμάτιο μου φωτίστηκε μεμιάς.

Γνώριζα ότι ο Τυδέος κοιμόταν στο δωμάτιο που βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το δικό μου. Δεν υπολόγιζα όμως ότι αυτό που πίστευα για παραμιλητό στον ύπνο μου ήταν δυνατά ουρλιαχτά, παρά μόνο όταν με έκρυψε στην αγκαλιά του με τα δυνατά του χέρια καταφέρνοντας αμέσως να με ηρεμίσουν. Πέρασα τα χέρια μου γύρω από τη μέση του και τον αγκάλιασα δυνατά κάνοντας του παράλληλα χώρο για να καθίσει δίπλα μου στο κρεβάτι.

«Ηλέκτρα είσαι καλά;» με ρώτησε ο θετός αδερφός μου χαϊδεύοντας τα μαλλιά στο μέτωπο μου.

«Καλά….», έγνευσα καταφατικά με το κεφάλι μου χωρίς να τον κοιτώ. «Ένα άσχημο όνειρο ήταν, ξέρεις από τα συνηθισμένα που έβλεπα πάντα, δεν χρειάζεται να ανησυχείς, πέρασε τώρα.» του είπα κοφτά χωρίς να καταφέρω να τον πείσω.

«Ηλέκτρα, πόσο καιρό βλέπεις τους εφιάλτες; Πότε ξανάρχισαν;;» με ρώτησε ο Τυδέος αναψοκοκκινισμένος από την ανησυχία του.

Τον κοίταζα επίμονα στα μάτια χωρίς να βλεφαρίσω στιγμή. Δεν του απάντησα κάτι. Είδα το πρόσωπο του να σκληραίνει και να εμφανίζεται ξανά ο μοχθηρός, αδυσώπητος στρατιώτης, ο σφαγέας των εχθρών μας, που ήταν κάποτε, να διεκδικεί ξανά τον αγαπημένο μου αδερφό και να τον κερδίζει.

«Κοιμήσου τώρα και αύριο με το πρώτο φως θα πάμε στον Μάγο» διέταξε και χωρίς να περιμένει καμιά απάντηση απλά σηκώθηκε από το κρεβάτι και έκλεισε πίσω του δυνατά την πόρτα.

«Μάλιστα Κύριε…» είπα χαμηλόφωνα δυσαρεστημένη και έκλεισα το φως του δωματίου μου.

Καλωσόρισα με ανακούφιση το σκοτάδι και κουλουριάστηκα στο ζεστό κρεβάτι μου για να κρυφτώ μακριά από την πραγματικότητα.

Οι ώρες πέρασαν γρήγορα και το φως των δύο ήλιων άρχισε να εισχωρεί βίαια από τις ρωγμές του παραθύρου.

Οι εφιάλτες δεν επέστρεψαν εκείνο το βράδυ, όχι γιατί θεραπεύτηκα αλλά πολύ απλά γιατί δεν έκλεισα μάτι.

Ολόκληρη η ζωή μου, αυτή των μόλις είκοσι μου χρόνων πέρασε από το μυαλό μου. Πήρα βαθιά ανάσα. Ακόμα ένα πρωί σκέφτηκα, ακόμα μια ανούσια ημέρα σε αυτό τον φρικτό τόπο… που φαντάστηκα ότι θα ήταν ότι είχε απομείνει από την Κόλαση. Αναρωτήθηκα πως θα έμοιαζε η Γη τώρα μετά από τόσα χρόνια. Άραγε επουλώθηκαν οι πληγές της; Υπήρχαν κελαριστά ρυάκια και καταρράκτες, πράσινα κατάφυτα βουνά και ψηλά δέντρα;. Ίσως να υπήρχε βροχή και άφθονο πόσιμο νερό όπως παλιά, πριν την Αποκάλυψη. Πέταξα το λεπτό σεντόνι που κάλυπτε το λεπτό κορμί μου και προσγειώθηκα σχεδόν με ένα πήδημα στα πόδια μου. Η ξύλινη ντουλάπα μου ήταν τόσο μικρή και συνάμα αρκετά ευρύχωρη για να φιλοξενεί τα λιγοστά μου ρούχα. Τρία φορέματα, δύο παντελόνια, μια φούστα και πέντε μπλούζες εργασίας.

Κάθε τέλος του έτους, τα επιστρέφαμε στους Ράφτες της Λευί για ανακύκλωση. Τα μεταποιούσαν και μας έδιναν «καινούργια» ρούχα, τα οποία θα φοράγαμε για το επόμενο έτος. Έτσι κανείς μας δεν είχε περισσότερα, κανείς μας δεν είχε λιγότερα, αλλά μάλλον κανείς μας δεν είχε και καμία άλλη επιλογή.

Άνοιξα την ντουλάπα που έτριζε χαρακτηριστικά και πήρα από μέσα την λευκή ‘στολή’ μου, μια μακριά ξεφτισμένη από την χρήση φούστα και μια μπλούζα που πλέον χωρούσαν ακόμα μια Ηλέκτρα μέσα. Οι Ράφτες δεν έκαναν ποτέ λάθος με τα νούμερα, απλά το τελευταίο διάστημα μετά τον χαμό των γονιών μου είχα χάσει αρκετά κιλά. Τα φόρεσα γρήγορα και έδεσα πάνω από τη φούστα την μπλούζα στερεώνοντας τα με ένα σχοινί μετατρέποντας το σε ζώνη. Υπήρχε ακόμα καιρός μέχρι την ανακύκλωση και δεν μπορούσα να κάνω κάτι παρά έπρεπε να περιμένω μέχρι να μου δώσουν οι ράφτες άλλα ενδύματα.

Με ένα αναστεναγμό, έβαλα στο κεφάλι μου την λευκή μπαντανά για να καλυφτώ από τον καυτό ήλιο και τις τρυπημένες καφέ αρβύλες μου και βγήκα από το δωμάτιο μου έτοιμη να αντιμετωπίσω ακόμα μια μέρα στην πύρινη κόλαση της Λευί.

Σήμερα ο Πυρήνας βρισκόταν σε κοντινότερο σημείο από ότι ήταν ο Μαρμαρωμένος και αυτό θα έκανε όλη την ημέρα μέχρι και το βράδυ να είναι ανυπόφορα ζεστή. Ο Πυρήνας ήταν ο κίτρινος γίγαντας, ένας από τους δύο ήλιους του πλανήτη που εξέπεμπε διάχυτο το φως του την ημέρα και τις ακτίνες ζεστασιάς του, ενώ η καρμπόνια καύση του Μαρμαρωμένου ήλιου, του κυανού γίγαντα, πλημμυρισμένου από διοξείδιο του άνθρακα ωθούσε αλλεπάλληλα κύματα κρυσταλλοποιημένου αέρα που έφεραν μαζί τους την παγωνιά.

Ένα δέος με κατέκλυζε όταν σκεφτόμουν πόσο πολύ χρειαζόμαστε και τους δύο ήλιους. Αν ένας από αυτούς έσβηνε κάποτε τότε η ζωή και σε αυτόν τον πλανήτη θα πέθαινε. Είτε θα καιγόταν είτε θα πάγωνε για πάντα. Οι δύο γίγαντες που μας έδιναν ζωή βρίσκονταν τόσο κοντά στην Νέα Γη που μπορούσες να δεις τις πορτοκαλιές και γαλάζιες ακτίνες τους να ξεπετάγονται άτακτες προς όλες τις κατευθύνσεις.  

Κεφάλαιο 3


ΤΥΔΕΟΣ

Έκλεισα όσο πιο ήρεμα μπορούσα την πόρτα του δωματίου της πίσω μου. Το γνώριζα ότι άφηνα την Ηλέκτρα ακόμα μια νύχτα να αντιμετωπίσει μόνη της τους δαίμονες που κυριαρχούσαν στα όνειρα της και τα μετέτρεπαν σε τρομαχτικούς εφιάλτες. Δεν μπορούσα να εξηγήσω αλλά ούτε και να καταλάβω, όπως και κανένας από την οικογένεια άλλωστε δεν μπορούσε να το κάνει όταν ακόμα βρίσκονταν στην ζωή. Ακόμα και ο Μάγος της Λευί, έδειχνε να μην μπορεί να  λύσει τον γρίφο μαζί της. Δεν μπορούσε να κατανοήσει πως ήταν δυνατόν η μικρή μου αδερφή, πριν ακόμη μάθει να μιλά, να ζωγραφίζει τους δαίμονες και τα τέρατα που την στοίχειωναν.

Ξάπλωσα στο λεπτό στρώμα που ήταν τοποθετημένο απευθείας κάτω στο πάτωμα και σταύρωσα τα χέρια πίσω από το κεφάλι μου. Όχι, δεν ήθελα να κοιμηθώ. Όμως τις τελευταίες έξι μέρες, η σκληρή δουλειά στο Θερμοκήπιο της Πόλης με είχε εξασθενίσει. Εξάλλου δεν ήμουν συνηθισμένος σε τόσο έντονη χειρονακτική εργασία έστω κι αν τα τελευταία δέκα χρόνια βρισκόμουν καταταγμένος και ενεργός στον Στρατό της Λευί. 

Ήμουν πολύ κουρασμένος για να σταματήσω τα βλέφαρα μου από το να σφαλίσουν τα μάτια μου. Παραδόθηκα προσπαθώντας μάταια να αντισταθώ στην επίμονη επιθυμία τους.

‘Μπορούσα να νιώσω την κοφτή ανάσα της να ζεσταίνει το δέρμα μου. Έφερε τα χέρια της μπροστά της και κάλυψε το γυμνό της στήθος. Είχε καταλάβει άραγε ότι μακριά της ο ψυχικός μου πόνος ήταν μαρτυρικός; Είχα φτάσει στα όρια μου και η αγάπη της Ηλέκτρας μου ήταν απαραίτητη για να με βοηθήσει, η ύπαρξη της ήταν το παυσίπονο μου στον Γολγοθά που περνούσα όλα αυτά τα χρόνια της θητείας μου στο τάγμα των Λευίσιων. Την λαχταρούσα.

Κάθε βράδυ πυρπολούσε τα όνειρα μου με το διάχυτο πάθος του έρωτα της για εμένα και ύστερα… έσβηνε αργά, πολύ αργά, την πυρά που έκαιγε βασανιστικά το κορμί μου. Κάθε βράδυ η ζεστασιά του σώματος της έγλυφε την καρδιά μου σαν φλόγινες γλώσσες. Έκαιγε τον πόνο μου και προσπαθούσε να σπάσει το σκληρό καβούκι και να την μαλακώσει, να την ξαλαφρώσει από το ‘αμαρτωλό’ φορτίο που κουβαλούσε ενδόμυχα.

Την άκουγα! Την άκουγα στον ύπνο της να προσεύχεται σε ξεχασμένους Θεούς από τα βιβλία της και άλλοτε να βρίζει Δαίμονες με περίεργα ονόματα. Ήταν πολλές οι φορές που η εικόνα των ματιών της κολυμπούσε μαζί με τα δάκρυα μου κάνοντας με να νιώθω ανίκανος να την προστατεύσω. Ανήμπορος, ήξερα. Καταλάβαινα ότι την είχα προδώσει. Αυτή προσπαθούσε πάντα να με παρηγορήσει, να με κάνει να ξεχάσω όλα όσα είδα στο παράλογο θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων παρατημένος στην απεραντοσύνη της ερήμου αυτού του ξερού, άνυδρου πλανήτη. Να λησμονήσω όλα όσα έζησα στο πεδίο της μάχης και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Κι όμως, όλα αυτά είναι απλά ένα όνειρο… την Ηλέκτρα την ένιωθα σαν τον ίδιο τον Πυρήνα να με προκαλεί και να ζεσταίνει όλη μου την ύπαρξη, πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά; 

«Αίμα…. ΑΙΜΑ …ΑΙΜΑ..» φώναζε κάποιος στον ύπνο μου.

Τον παρακαλούσα να σταματήσει! Όμως αυτός συνέχισε χωρίς να μου δίνει σημασία. Δεν μπορούσα να τον δω. Δεν μπορούσα να τον διακρίνω πέρα από μια δυσνόητη σκιώδη φιγούρα όμως η βραχνή φωνή του ήταν τόσο τρομαχτική που ήξερα ότι δεν θα ήθελα ποτέ να αντικριστώ μαζί του.

«ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΑΙΜΑ….ΑΙΜΑ…ΑΙΜΑ…» φώναζε συνεχώς η τρομαχτική σκιά, σαν να αποζητούσε εκδίκηση από την Ηλέκτρα….’

Ξύπνησα σχεδόν αβίαστα και νωχελικά. Το όνειρο μου με τάραξε αλλά πλέον τα είχα συνηθίσει να με  αναστατώνουν κάθε βράδυ και κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου. 

Ευτυχώς, που εδώ στη Νέα Γη, δεν υπάρχουν πλέον Θεοί γιατί εάν υπήρχε έστω και ένας Θεός, σίγουρα θα ήμουν αμαρτωλός και θα ήμουν καταδικασμένος.  Όμως, τώρα εδώ, στη Νέα Γη, δεν υπάρχουν θρησκείες αλλά μόνο Νόμοι. 

Ηλίθιοι μεν, αλλά έστω, αυθεντικοί συνταγμένοι Νόμοι από τους εννέα Σοφούς για να μπροούν να μας χειρίζονται και να μας χαλιναγωγούν. Να μας ελέγχουν ώστε να μην μπερδευόμαστε και να υποκύπτουμε ή να υποπίπτουμε σε άτοπες, εγωιστικές ή συμφεροντολογικές συμπεριφορές, όπως οι ίδιοι έκριναν ότι είμαστε επιρρεπής. Ακριβώς σαν και τους προγόνους μας και αυτό ήταν που τους είχε φέρει και στην καταστροφή. 

Ένας από αυτούς του Νόμους όμως μου αναπτέρωνε μάταια και την πιο μικρή μου ελπίδα για να έχω το δικαίωμα να έλκομαι σαρκικά από την Ηλέκτρα. ” Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και κατακυριεύσατε τη Νέα Γη.”

Είχα σκεφτεί πάρα πολλές φορές να της εκδηλώσω τα συναισθήματα μου γι αυτήν. Να της μιλήσω για το πώς αληθινά νιώθω, όμως δεν ήθελα να προδώσω την εμπιστοσύνη της, την αγνή αγάπη που μου έδειχνε.  Ωστόσο είχα ήδη σκεφτεί και είχα καταστρώσει το σχέδιο μου για να την κατακτήσω. Γιατί ήταν σημαντικό για εμένα να καταλάβει ότι αυτό που ήθελα πραγματικά είναι να την κάνω δική μου και δεν ήταν ένα καπρίτσιο μου και σίγουρα δεν είναι ένα μετατραυματικό απομεινάρι από τις μάχες αλλά ούτε και το γεγονός ότι δεν είχα ποτέ μου πλησιάσει άλλη κοπέλα, ούτε είχα την ανάγκη να γνωρίσω ή έστω να ανταλλάξω δυο κουβέντες.

 Είχα πάρει την απόφαση μου να της αποκαλύψω τα αληθινά μου συναισθήματα μου φέτος στην Τελετή της Συγκομιδής που πλησίαζε. Τα είχα σκεφτεί και τα είχα καταστρώσει όλα. Θα της έκανα την έκπληξη της ζωής της. Και όταν ο Σοφός θα επέλεγε από την κληρωτίδα το όνομα του εταίρου της, τότε θα μπορούσα με τη σειρά μου να προσφερθώ για να την διεκδικήσω και φυσικά για να κερδίσω την καρδιά της. 

«Τυδέο, μην γίνεις ήρωας, μείνε ασφαλής, για εμένα, για τους γονείς μας…» την θυμάμαι να μου λέει φιλώντας τις παλάμες μου. Ήμουν ο προστάτης της οικογένειας μας και τώρα που οι γονείς μας χάθηκαν, ήμουν ο μόνος που της είχε απομείνει. 

Η Ηλέκτρα μου έδινε δύναμη να παλεύω για να γυρίσω πίσω κοντά της, ακόμη κι όταν πολλοί από εμάς είχαν ήδη αφήσει την τελευταία τους πνοή στο πεδίο της μάχης. 

Πριν λίγο καιρό, οι γονείς μας εξαφανίστηκαν και εγώ έλαβα το πρώτο μα και το τελευταίο γράμμα της στο οποίο έγραφε μόνο δύο λέξεις. Αυτες τις λέξεις που με έκαναν να τα παρατήσω όλα και να τρέξω κοντά της.

 «Σε Χρειάζομαι», έγραφε. 

Δεν το σκέφτηκα καθόλου, δεν χρειαζόταν άλλωστε. Η αδερφή μου με χρειαζόταν. Την ίδια ημέρα χωρίς δεύτερη σκέψη, ζήτησα την πρόωρη αποστράτευση μου διακόπτοντας την θητεία μου για να έρθω πίσω στην πόλη και να είμαι κοντά της.

Δεν μου έλεγε ψέματα. Η Ηλέκτρα ήταν ένα ερείπιο. Είχα επιστρέψει με το μεταγωγικό αργά κάποιο βράδυ, όταν και οι δύο ήλιοι είχαν δύσει. Την βρήκα μόνη να κάθεται στο σκοτάδι έξω από την κυψέλη μας λες και τα πόδια της την πρόδωσαν σε εκείνο το σημείο, λίγα μέτρα μακριά από το  σπίτι. Την πλησίασα αργά αλλά αυτή χαμένη, έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία μου. Όταν πλέον στάθηκα μπροστά της με μερικά μόνο βήματα να μας χωρίζουν την είδα να σηκώνει το βλέμμα της και να με αντικρίζει, ωστόσο το ύφος της ήταν τόσο πολύ απορημένο, ξαφνιασμένο σαν να μην με αναγνώριζε. Στο πρόσωπο της φαινόταν μόνο το πένθος, η απέραντη απελπισία και η τρομαχτική μοναξιά της.

Με αργές κινήσεις θέλοντας να της δώσω ακόμα λίγο χρόνο και να την αφήσω να με συνηθίσει τέντωσα μπροστά τα χέρια μου και την έβαλα στην αγκαλιά μου προσπαθώντας να είμαι όσο πιο τρυφερός μαζί της ήταν εφικτό. Τότε σαν να ξύπνησε από τον λήθαργο της, η Ηλέκτρα πέρασε τα χέρια της γύρω από τη μέση μου και ακούμπησε το κεφάλι της αναπαυτικά πάνω στον ώμο μου αναστενάζοντας μου τη φράση “Είσαι εδώ”. Δεν ξέρω πόση ώρα μείναμε έτσι, εκεί οι δυο μας αγκαλιασμένοι όταν ένιωσα την ανάσα της βαριά και συνειδητοποίησα ότι αυτή κοιμόταν ήρεμη πάνω μου. Την σήκωσα σαν πούπουλο στα χέρια μου και σπρώχνοντας με το πόδι μου την εξώπορτα του σπιτιού την κουβάλησα σαν την μικρή μου νύφη στο εσωτερικό του. 

Πριν εφτά μέρες. Τότε ήταν που το επιβεβαίωσα ότι πράγματικά μέσα μου κάτι είχε αλλάξει μόλις την αντίκρυσα. Δεν ήταν αδερφική αγάπη. Ήταν παραπάνω από αυτό. Το σπίτι ήταν ακριβώς το ίδιο άχαρο όπως ήταν όταν το είχα αφήσει πριν χρόνια. Την έβαλα να κοιμηθεί σαν πριγκίπισα στο μικρό παιδικό κρεβάτι της. Δεν μπορούσα να αντισταθώ, έσκυψα από πάνω της και της έδωσα ένα απαλό φιλί στο κλειστό της στόμα. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι πέθανα στα χείλη της και ήξερα πως ίσως αυτό να ήταν το πρώτο και το τελευταίο φιλί που θα της έδινα και πίεσα τον εαυτό μου να ορκιστεί ότι ποτέ δεν θα ξεχνούσα αυτή τη στιγμή. 

****

Η Ηλέκτρα με τον ερχομό μου στο σπίτι δεν φαινόταν να συνέρχεται ιδιαίτερα. Κάθε φορά που ήξερα ότι έκλαιγε, αυτή με έδιωχνε από κοντά της και μου φερόταν άκαρδα λες και δεν υπήρχα, δεν ήμουν μέρος της ζωής της. Αυτό με τσάκιζε. Ήμουν αόρατος. 

Ανακάθισα στο στρώμα, το άσπρο σεντόνι ήταν ακόμα τυλιγμένο ανάμεσα στα πόδια μου και το τίναξα από πάνω μου σαν δηλητηριασμένο χιτώνιο. Γύρισα το κεφάλι μου στο πλάι μαγκωμένος και ευχήθηκα στο κοντινό μέλλον να έβλεπα σε εκείνο το σημείο το λιπόσαρκο βελούδινο σώμα της Ηλέκτρας και καταράστηκα μέσα μου την ώρα και την στιγμή που τόλμησα να την δω διαφορετικά. 

Κεφάλαιο 4

ΗΛΕΚΤΡΑ

Η μεζούρα με το νερό γλίστρησε από τα άγαρμπα χέρια μου, και πηδώντας μπροστά στα πόδια μου κύλησε κάτω στο πάτωμα. Αναθεμάτισα σιγανά μέσα από τα δόντια μου όταν εκείνη τη στιγμή άκουσα τα βαριά βήματα του θετού αδερφού μου να πλησιάζουν. Αμέσως έσκυψα και μάζεψα το δοχείο και σχεδόν ταυτόχρονα με την είσοδο του Τυδέου στη κουζίνα το έφερα στο στόμα μου ξανά κάνοντας δήθεν ότι μόλις ήπια νερό.

Τον είδα να μου χαμογελά και ανακουφίστηκα που δεν μπορούσε να ακούσει τις σκέψεις μου. Ήμουν πολύ θυμωμένη με τον εαυτό μου. Εξαγριωμένη θα ήταν το σωστότερο γιατί γνώριζα πολύ καλά τι κόπο έκανε κάθε ημέρα για αυτή τη μεζούρα. Γιατί ήξερα πόσο ρίσκαρε τη ζωή του για να μην λείψει τίποτα από την οικογένεια μας. Το σίγουρο ήταν πως  ήμουν υποχρεωμένη σε αυτόν. Οι θυσίες που έκανε για εμένα με συγκινούσαν. Πρώτα στο Τάγμα και τώρα στο Θερμοκήπιο. Ένιωθα άχρηστη που δεν μπορούσα να του ανταποδώσω όλη αυτή την καλοσύνη.

«Καλημέρα» μου είπε και εγώ σαν να κατάπια την γλώσσα μου από αμηχανία, το μόνο που κατάφερα να κάνω ήταν να του γνεύσω καταφατικά, σαν να συμφωνούσα μαζί του ότι θα ήταν μια καλή μέρα.

Κάθισε στο μικρό τραπέζι που βρισκόταν στη μέση της κουζίνας και του έδωσα στα χέρια την μεζούρα του με το διάφανο υγρό και δύο μερίδες σκληρού ψωμιού που δεν ξεχώριζε ιδιαίτερα γευστικά από το να μασάς το άσπρο χώμα έξω στο δρόμο.

Ο Τυδέος καταβρόχθισε το πρώτο κομμάτι και έχοντας ακόμα την μπουκιά του στο στόμα με ρώτησε τι σκόπευα να κάνω και άν τελικά θα πήγαινα στον Μάγο σήμερα.

«Έχω πολύ δουλειά στο ίδρυμα» του απάντησα χαμηλόφωνα αποφεύγοντας επίτηδες το βλέμμα του. Πήρα την μαύρη τσάντα με τα λίγα παιχνίδια που είχα κατορθώσει να  επιδιορθώσω και πέταξα μέσα άδεια την άδεια ατομική μεζούρα νερού.

Ο Τυδέος με κοιτούσε παραξενεμένος με το στόμα του άπληστο γεμάτο ψίχουλα ψωμιού  ακόμα κι όταν άνοιξα την οβάλ πόρτα του κυκλικού σπιτιού μας. Το φως από τον ήλιο ήταν εκτυφλωτικό, έβαλα το χέρι μου μπροστά για να σκίαση και ξεκίνησα για την πόλη.

Ο ρυθμός του βαδίσματος μου ήταν σχετικά γρήγορος καθώς περνούσα έξω από τις υπόλοιπες κυψέλες που βρίσκονταν στο δρόμο μου. Η κυψέλη σου παραχωρείτο με βάση τα μέλη της οικογένειας σου. Όσα περισσότερο τόσο πιο ευρύχωρη. Κανείς δεν είχε δική του κυψέλη. Τα σπίτια τα ‘δάνειζε’ η κυβέρνηση στα νεαρά ζευγάρια που προέκυπταν από τη Συγκομιδή κάθε νέο έτος.

Ο δρόμος ήταν τόσο δύσβατος όσο και η ζωή εδώ στον σκάρτο πλανήτη. Οι ιστορία της Γης είχε γίνει κάτι σαν μύθος για εμάς που πλέον γράφαμε την δική μας ιστορία εδώ στη Νέα Γη. Οι Φροντιστές μας εξήγησαν πως οι Ακάθαρτοι ήθελαν να κατακτήσουν όλη τη Γη. Φωτιές κατασπάραξαν τις πόλεις και χωριά γκρεμίστηκαν συθέμελα. Οι ουρανοί δεν άνοιξαν ποτέ και έτσι κανείς δεν καλωσόρισε κανέναν Λυτρωτή. Οι Ακάθαρτοι διέλυσαν τον πλανήτη μέσα σε λίγες μέρες και από τότε δεν υπήρξε επιστροφή. Ο Άνθρωπος έλιωσε τους πάγους, ρούφηξε τις θάλασσες και τις εξαπέλυσε με φόρα στις στρατιές των Ακάθαρτων καταβροχθίζοντας τους περισσότερους από αυτούς. Τα αρχαία κείμενα αναφέρονταν σε κάποιον Άνθρωπο, σε κάποιον Στρατηγό, που σαν δαίμονας θα θέριζε τους πολεμοχαρείς Ακάθαρτους και σαν Θεός θα έφερνε την ειρήνη χαρίζοντας ταυτόχρονα απλόχερα την απελπισία στους επιζώντες πολεμοχαρείς.

Από τότε όλα άλλαξαν. Εδώ, δεν υπάρχουν εποχές όπως στους πίνακες των ζωγράφων που βλέπαμε στα αρχαία βιβλία που σώσαμε και μεταφέραμε χιλιάδες μίλια μακριά. Για την ακρίβεια δεν υπάρχουν καν ζωγράφοι, ούτε πινέλα, ούτε καν ενδιαφέρον για τα χρώματα. Υπάρχει μόνο ζέστη ή πάγος. Αφόρητος καύσωνας που σε καίει ή ανυπόφερτη παγωνιά που σε σκοτώνει με ένα ελαφρό αεράκι.

Περπατούσα σκεπτική και κλωτσούσα τις λευκές γυαλιστερές πέτρες στο διάβα μου. Οι σκέψεις μου με παρέσυραν ανέμελα και με οδήγησαν σαν να ήμουν υπνωτισμένη έξω από την κυψέλη του Μάγου. Ήταν το πιο μικρό σπίτι από όλα γιατί σε αυτό ζούσε μόνος του ο μοναδικός Μάγος της περιοχής. Ήταν η εξαίρεση στον κανόνα της Συγκομιδής. Ήταν η εξαίρεση στον κανόνα των κυψελών.

Οι φήμες έχουν να πουν ότι είναι ένας από τους πρώτους ανθρώπους που πάτησε το πόδι του εδώ στην Νέα Γη.

Αποφάσισα να ακούσω την συμβουλή που μου είχε δώσει ο αδερφός μου. Θα ζητούσα την βοήθεια του Μάγου όμως, δεν θα έλεγα τίποτα στον Τυδέο. Ήθελα να πιστέψει ότι ήμουν δυνατή και ότι επιτέλους τα κατάφερα μόνη μου και ξεπέρασα όλο αυτό το σκοτάδι με το όποιο ένιωθα ότι είχα γεννηθεί και ότι είχε άδικα φωλιάσει στη ψυχή και το μυαλό μου. Ήθελα να δείξω ότι δεν του κατέστρεψα τη ζωή φέρνοντας τον πίσω στη Λευί και ότι ήμασταν καμωμένοι από το ίδιο σκληρό υλικό. Γι αυτό επέμενα ότι δεν τον χρειαζόμουν ούτε για συμβουλές, ούτε για καθοδήγηση. Έτσι κι αλλιώς φέτος στη Συγκομιδή ήταν η δική μου σειρά. Θα έβρισκα τον Εταίρο μου επιτέλους, νομίζω δηλαδή. Ήμουν έτοιμη να δεχθώ τον μοναδικό μου σύντροφο, με εκείνον θα μεγάλωνα τη δική μου οικογένεια, τα δικά μου παιδιά. Το στομάχι μου δέθηκε ευθύς κόμπο και αναρωτήθηκα ποιον θα μου κλήρωνε η τύχη. Το μόνο που ευχόμουν ήταν να ήμουν λίγο τυχερή και ο σύντροφος μου να είναι κάποιος που πραγματικά θα με έκανε ευτυχισμένη. Και γιατί όχι να με αγαπήσει και να με κάνει να τον ερωτευτώ. Χαμογέλασα με τις απλές σκέψεις μου. Οι κοπέλες εδώ, δεν ανησυχούσαν για σπουδές, για δουλειά, για ανέλιξη και μισθό. Το μόνο που τους ενδιέφερε είναι

Ύψωσα το χέρι μου για να χτυπήσω την πόρτα όμως ο Μάγος την άνοιξε πριν καν την ακουμπήσω και στάθηκε μπροστά μου κορδωμένος. Το κορμί του έφρασσε την είσοδο με τις φαρδιές πλάτες του που σκύβοντας προς το μέρος μου με επεξεργάστηκε μερικές στιγμές προσεχτικά πριν μιλήσει.

«Ηλέκτρα!» τον άκουσα να λέει καθόλου παραξενεμένος καθώς η ματιά του μαγνήτισε την δική μου κλειδώνοντας την μέσα στο σκοτάδι της. Έμεινα αρκετές στιγμές να τον κοιτάω σαν υπνωτισμένη και νόμισα ότι τον άκουσα να μου ψιθυρίζει λόγια τα οποία δεν μπορούσα να κατανοήσω σε γλώσσα που πρώτη φορά άκουγα. Ακούμπησε απαλά τον ώμο μου και αμέσως ένιωσα τους πόρους του δέρματος μου να αντιδρούν στο άγγιγμα του.

Προσπαθούσα να μιλήσω όμως ήμουν ανίκανη να κουνηθώ. Στάθηκα παγωμένη σαν μαρμάρινη κολώνα για αρκετές στιγμές, αμίλητη χωρίς να βγαίνει οποιοσδήποτε ήχος από το στόμα μου. Το όμορφο πρόσωπο του μάγου έμοιαζε να μπερδεύει το μυαλό μου και οι λέξεις αποτύχαιναν να σχηματιστούν σωστά στον εγκέφαλο μου. Μόνο όταν ο Μάγος απομάκρυνε το επίμονο βλέμμα του από πάνω μου. Μόνο τότε ένιωσα τους πνεύμονες μου να φουσκώνουν με αέρα και να γεμίζουν με άφθονο οξυγόνο τα κύτταρα του εγκεφάλου μου.

«Είσαι καλά;» με ρώτησε με φανερή ανησυχία στην φωνή του.

«Μάγε, με αναγνώρισες…» δήλωσα ανακουφισμένη.

«Δεν θα έπρεπε;» μου απάντησε.

Δεν ήθελα να έρθω σε περιττές κουβέντες μαζί του. Η συζήτηση θα ήταν ανούσια. Ήταν ο Μάγος. Ο σοφότερος των Σοφών, ο γιατρός μας, ο πνευματικός μας.

«Απολογούμαι για την ξαφνική επίσκεψη, μπορώ να σε απασχολήσω για πολύ λίγο;» τον ρώτησα δειλά. και αυτός έγειρε το κεφάλι του στο πλάι χαζεύοντας με. Ένιωθα ότι κάθε φορά που μιλούσα τα μάτια του έλαμπαν περισσότερο. «Σε παρακαλώ πρέπει να με βοηθήσεις, οι εφιάλτες μου επέστρεψαν και γίνονται όλο και χειρότεροι» συνέχισα να λέω παίρνοντας ενδιάμεσα κοφτές ανάσες λαχανιασμένη λες και μόλις είχα τερματίσει μετά από τρέξιμο σε κάποιον αγώνα.

Ο Μάγος ήταν γοητευτικός άντρας που ήθελες δεν ήθελες τον παρατηρούσες από όπου κι αν περνούσε. Δεν θα μπορούσε να μην κλέψει όχι μόνο τις γυναικείες ματιές από όπου κι αν περνούσε αλλά και οι άνδρες τον θαύμαζαν. Φορούσε όπως πάντα την φαρδιά, σκούρα μπλε, ενδυμασία του που έμοιαζε με βαρύ, κεντημένο αρχαίο ιαπωνικό κιμονό. Κι όμως, παρόλο την ιδιαιτερότητα των ρούχων του, δεν ήταν καθόλου εφικτό να κρύψει το καλογυμνασμένο του σώμα και τους σχηματισμένους του φαρδιούς ώμους. Τα μαύρα μαλλιά του ήταν μακριά και ακουμπούσαν την μέση του. Τα μισά μαλλιά του τα είχε λιτά ενώ υπόλοιπα τα είχε τυλίξει ψηλά στην κορυφή του κεφαλιού του. Έμοιαζε λες και είχε ξεφυτρώσει από μια άλλη εποχή, από έναν άλλο κόσμο, όπου αυτό το περίεργο και ενδιαφέρον στυλ θα μπορούσε να ήταν καθημερινό για όλους.

Τα μάτια του Μάγου στένεψαν και μου έγνεψε καταφατικά το κεφάλι του. Τα μεταξένια του μαλλιά κουνήθηκαν ζαλισμένα σαν φίδια στο κεφάλι του. Ακολούθησα ανάλαφρα τα βήματα του και κλείνοντας την πόρτα προχώρησα μαζί του προς το εσωτερικό της κυψέλης του αργά, σαν να ήμασταν μέρος κάποιας μυστηριώδης θρησκευτικής πομπής.

Όλα ήταν ίδια όπως τα είχα δει για τελευταία φορά πριν χρόνια. Ο Μάγος τα είχε αφήσει όπως ήταν τότε, στις τελευταίες μου επισκέψεις μου με τους γονείς μου όταν ήμουν ακόμα παιδί. Δεν υπήρχε κάτι όμορφο στο μέρος, τίποτα χαριτωμένο. Δεν υπήρχε οτιδήποτε που να αποδεικνύει το πέρασμα κάποιας γυναικείας παρουσίας από εδώ. Φαίνεται ότι ο Μάγος της Λευί ήταν ορκισμένος εργένης. Κοίταξα το πρόσωπο του που ήταν ελαφρά σημαδεμένο και αναρωτήθηκα εάν αυτός ο γοητευτικός άνδρας είχε όντως ζήσει τόσα χρόνια όσα φημολογείτο. Κι όμως, δεν είχε κάτι διαφορετικό από εμένα ή από οποιοδήποτε άλλο Λευίσιο. Τίποτα εκτός από την απαράμιλλη ομορφιά του δεν πρόδιδε κάτι εξωπραγματικό πάνω του. Αν και είχε μια ιδιαίτερη εμφάνιση, τίποτα δεν επιβεβαίωνε ότι ήταν κάτι παραπάνω από απλός άνθρωπος. Υπήρχαν και αυτοί που διερωτόταν εάν η περίοδος της Αποκάλυψης θα έπρεπε να του είχε αφήσει ανεξίτηλα σημάδια πάνω στο κορμί του. Αν όντως είχε περάσει ανάμεσα τους πολέμους ακροβατώντας στο σχοινί του θανάτου, τότε τα σημάδια δεν θα ήταν μόνο στο κορμί του αλλά σίγουρα θα είχαν κατακρεουργήσει και την ψυχή του, σκέφτηκα μουδιασμένη και ξαφνικά άρχισα να στεναχωριέμαι, νιώθοντας παράλληλα την αφόρητη ανάγκη να τον αγκαλιάσω και να τον παρηγορήσω.

Στο εσωτερικό της κυψέλης δεν υπήρχαν τα συνηθισμένα έπιπλα που έβλεπες σε όλες τις κυψέλες. Υπήρχαν μερικά μεγάλα μαξιλάρια που ήταν πεταμένα περιμετρικά στον χώρο όπου κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται ο καναπές και οι πολυθρόνες. Στην μέση τους ήταν ακουμπημένος ένας ολόχρυσος δίσκος που αντανακλούσε το φως χρωματίζοντας τους λευκούς τοίχους. Ο δίσκος είχε τοποθετημένα πάνω του δύο ασορτί, χρυσά δισκοπότηρα και δίπλα του ένα παλιό ταμπούρλο.

Γνώριζα την διαδικασία της ύπνωσης και χωρίς να μου πει ο Μάγος οτιδήποτε, ακούμπησα την τσάντα μου στο πάτωμα και κάθισα πάνω σε ένα μαξιλάρι με τα πόδια οκλαδόν μπροστά μου παίρνοντας μια στάση διαλογισμού, όπως έκανα πάντα σε κάθε επίσκεψη μου κοντά του. Ο Μάγος με είχε αφήσει μόνη ενώ κάτι ψαχούλευε στον πάγκο της κουζίνας. Προσπάθησα μάταια να χαλαρώσω κουνώντας τα χέρια μου χαλαρά στο πλάι μου αλλά δεν κατάφερα και πολλά. Με την άκρη των ματιών μου του έριχνα κλεφτές ματιές και ένιωθα την ανάσα μου να γίνεται βραχύτερη.

Δεν άργησε με ότι έκανε και πολύ σύντομα με πλησίασε δίνοντας μου το δισκοπότηρο για να πιω από το λευκό υγρό που περιείχε. Το έφερα στα χείλη μου και κατεβάζοντας το στον δίσκο, αυτός με μιμήθηκε παίρνοντας το και πίνοντας από αυτό το ίδιο άσπρο, πικρό υγρό. Η κίνηση του με ανατρίχιασε παρατηρώντας ότι ακούμπησε το κύπελλο στο ίδιο μέρος που είχαν αγγίξει τα χείλη μου. Το χείλη του μου φάνηκαν τόσο γνώριμα και ήθελα τόσο πολύ να τα γευτώ…

Όταν τελείωσε και την τελευταία σταγόνα από το απαίσιο υγρό τοποθέτησε το ποτήρι στο δίσκο και πήρε ένα λευκό μικρό ταμπούρλο στα χέρια του. Στην αρχή το ακουμπούσε με τα ακροδάχτυλα του δισταχτικά σαν να τον έκαιγε το τεντωμένο δέρμα, έπειτα πέρασε το χέρι του επίμονα πάνω του σαν ένα ερωτικό χάδι. Το άγγιγμα του γινόταν όλο και πιο έντονο μέχρι που άρχισε να το χτυπά ρυθμικά και επαναλαμβανόμενα, ψάλλοντας σε μια άγνωστη γλώσσα που δεν είχα ακούσει ποτέ μου αλλά και ούτε και μπορούσα να κατανοήσω. Η ψαλμωδία του είχε κατορθώσει να συγχρονιστεί τέλεια με τους χτύπους της καρδιά μου και τον ήχο του ταμπούρλου του. Με είχε κατακτήσει. Ήμουν δική του. Ήταν το τέλος μου.

Δεν άργησα να αισθανθώ ότι πλέον είχα χάσει τον έλεγχο. Πολύ αργά και σταδιακά τα ματόκλαδα μου βάραιναν και έπεσαν σφραγίζοντας μου τα μάτια μου. Μετέβαινα σε μια πολύ φωτεινή κατάσταση νιρβάνας. Και αυτό ακριβώς ήταν που επιδίωκε. Να εισέλθω μαζί του σε μια κατάσταση έκστασης.

Παρατηρούσα’ τον Γκρίζο φύλακα να οδεύει προς το σπίτι μας, κρατώντας σε ένα βάζο ότι είχε απέμεινε από τους γονείς μου. «Όλοι οι εργάτες ήταν νεκροί!» μου ανακοίνωσε για να με παρηγορήσει’.

Η εικόνα του Μάγου φανερώθηκε ακριβώς όπως τον είχα δει πριν λίγα λεπτά, να με πλησιάζει με τον μπλε μανδύα του και προτάσσοντας το δυνατό χέρι του, μου ζήτησε να τον ακολουθήσω. Το έκανα χωρίς κανέναν δισταγμό μα μόλις αγγιχτήκαμε, ένιωσα περίεργα. Δεν ήταν γαλήνη, δεν ήταν φόβος αλλά η ανάγκη μου να τον νιώσω να ακουμπά το δέρμα μου και να τον έχω κοντά μου, δίπλα μου, μαζί μου.

Ο Μάγος έβαλε το μπράτσο του γύρω από τη μέση μου και με τράβηξε με δύναμη κοντά του ανασηκώνοντας με από το έδαφος. Άρχισε να περπατά τόσο γρήγορα που δεν μπορούσα να διακρίνω τα βήματα του. Φτάσαμε μπροστά από θεόρατα γυάλινα τείχη γεμάτα από αναρριχόμενα φυτά γεμάτα αγκάθια και σαρκοβόρα άνθη και μόνο τότε με άφησε να σταθώ στα πόδια μου.

«Και τώρα τι;» τον ρώτησα.

Χωρίς να μου απαντήσει, με ένα σαρδόνιο χαμόγελο με άρπαξε από τους ώμους και με έσπρωξε με δύναμη μέσα στο στενό λαγούμι που βρισκόταν στην βάση του τείχους, παρασύροντας με σε ένα σκοτεινό λαβύρινθο γεμάτο από φως και στροβίλους νερού.

‘Άνοιξα τα βλέφαρα μου με δυσκολία. Τα ένιωθα βαριά έτοιμα να πέσουν και τα μάτια μου να  κλείσουν και πάλι. Με πολλή προσπάθεια κατάφερα να τα κρατήσω ανοιχτά. Βρισκόμουν στο κρεβάτι και δεν ήμουν μόνη. Μάζεψα την λιγοστή θέληση που μου απέμεινε και σηκώθηκα προσεχτικά για να μην τον ξυπνήσω. Έσκυψα και πήρα την μεταξένια ρόμπα που με περίμενε πεταμένη στο πάτωμα. Την φόρεσα γρήγορα  και προχώρησα προς στο μπάνιο. Η πόρτα έτριξε και γύρισα να δω τον όμορφο μελαχρινό άνδρα στο κρεβάτι μου. Δεν είχε ακούσει τίποτα. Κοιμόταν του καλού καιρού. Κάθισα κουλουριασμένη μέσα στη μπανιέρα και αγκάλιασα τα γόνατα μου φέρνοντας όσο πιο κοντά το στήθος μου. Ακούμπησα το κεφάλι μου πάνω τους και Τον παρακάλεσα να με γλιτώσει από την μιζέρια μου. Να με κάνει στάχτη και σκόνη στον αέρα. Απλά ήθελα να εξαφανιστώ.

Οι σκοτεινές μου σκέψεις θόλωσαν τα μάτια μου και χωρίς να το σκεφτώ απλά άνοιξα το νερό και το άφησα να τρέξει πάνω μου παγωμένο. Χωρίς κανένα ενδοιασμό οι σταγόνες του  άρχισαν να γλείφουν το  αλμυρό από τα δάκρυα κορμί μου χωρίς να ωστόσο να καταφέρουν να με συνεφέρουν από το μαράζι μου. Μερικά βαριά βήματα έξω από την κλειστή πόρτα του μπάνιου με προσγείωσαν στην πραγματικότητα. Σταμάτησα να αναπνέω για μερικές στιγμές και αφουγκράστηκα. Ανέβασα το κεφάλι μου δισταχτικά φουσκώνοντας το στήθος μου με αέρα τότε άρχισε η κρίση. Σπαρταρούσα σαν ψάρι, ενώ το αίμα μου κτυπούσε έντονα στους κροτάφους μου. Η καρδιά μου το έστελλε με τόση μεγάλη ταχύτητα στα άκρα μου που δεν τα ένιωθα, είχαν παραλύσει.

‘Αγάπη μου;’, χωρίς ακόμα να τελειώσω την σκέψη μου, η πόρτα άνοιξε και την σκέπασε μονομιάς το γυμνασμένο σώμα του εραστή μου. Ήταν ο μελαχρινός άνδρας, ήταν ο Μάγος. Το πρόσωπο του και τα σαγηνευτικά μαύρα μάτια με κοίταζαν λάγνα και πως θα μπορούσα να αντισταθώ στην επιθυμία του σώματος μου που το ένιωθα να τσουρουφλίζεται για χάρη του; Ούτε καν το κρύο νερό που κυλούσε στο κορμί μου δεν μπορούσε να σιγάσει την λαχτάρα μου για αυτόν τον άντρα που στεκόταν μπροστά μου.

Πειθήνια με πλησίασε με δυο μεγάλα βήματα. Πήρε τους καρπούς μου και με σήκωσε στον αέρα σαν πούπουλο για να σταθώ στα πόδια μου. Για μια στιγμή έχασα την ισορροπία μου αλλά αυτός με άρπαξε ξανά με τα φουσκωμένα μπράτσα του και με βοήθησε να στηριχτώ πάνω στους ώμους του. Με έχωσε στην αγκαλιά του κρατώντας με δυνατά πάνω στο σώμα του. Πάντα θα είναι το στήριγμα μου!, σκεφτόμουν και χαμογελούσα με το μάγουλο μου ακουμπημένο πάνω στο στέρνο του.

 Η βρεγμένη μεταξένια  ρόμπα πλέον είχε γίνει ένα με το δέρμα μου. Κόλλησε πάνω μου σχηματίζοντας τις έντονες καμπύλες μου αναδεικνύοντας ακόμα πιο έντονα την επιθυμία μου για αυτόν. Πραγματικά, αυτός ο άντρας είχε τον τρόπο του να με τρελαίνει. 

Πέρασε το ένα του χέρι γύρω από τη μέση μου ενώ τα χείλη του περνούσαν απαλά σαν χάδι στο λαιμό μου ενώ προσπαθούσε να ανοίξει τη ρόμπα. Όλο το κορμί μου ανατρίχιασε στο προσεχτικό και απαλό άγγιγμα του. Για μερικές στιγμές σταμάτησε για να απολαύσει το κατόρθωμα του. Με κοίταζε λες και θα ήταν η πρώτη μας φορά, λες και περίμενε να του δώσω την έγκριση μου για να συνεχίσει να με απολαμβάνει. Δεν μίλησα, απλά συνέχισα να τον κοιτάζω με ματιά μικρής ελαφίνας. Το σώμα μου τα έλεγε όλα, δεν χρειαζόταν να μιλήσω.

Χαμογέλασε φανερώνοντας λίγο από την κατάλευκη του οδοντοστοιχία. Μου χάιδεψε τρυφερά το λαιμό και άναψε κάθε κύτταρο μου. Τον ποθούσα με ένα πρωτόγονο ένστικτο.  Έκλεισα τα μάτια μου και αφέθηκα στα χάδια του, όμως η αναμονή για το φιλί του ήταν ακόμη πιο  βασανιστική, τον τράβηξα από τα μαλλιά κοντά μου. Πέρασε κτητικά τη γλώσσα του πάνω στα μισάνοιχτα χείλη μου και μου ψιθύρισε κοντά στο αυτί μου με την βαριά μπάσα φωνή  του. «Σε θέλω». Κατέβασε το βρεγμένο ύφασμα στους ώμους μου και άρχισε να μου δίνει αργά και πεταχτά φιλιά στο ακάλυπτο δέρμα μου. Πέταξα από πάνω μου γρήγορα το περιττό ρούχο. Πέρασα τα δάκτυλα μου ανάμεσα στα σκούρα  μαλλιά του και αγκάλιασα τη μέση του με τα πόδια μου. Το στόμα του επιτέθηκε στο δικό μου. Το φιλί του ήταν άγριο γεμάτο αμαρτωλές υποσχέσεις. Τον ένιωθα να καίγεται μαζί μου στην πυρά του πόθου.

«Μικρέ μου άγγελε, μην απελπίζεσαι, εγώ θα σε κάνω να ξεχάσεις το παρελθόν σου», μου ψιθύρισε ανάμεσα στους αναστεναγμούς που έβγαιναν απαλοί σαν πεταλούδες από τα  χείλη μου.

Μαρμάρωσα, τον κοίταξα στα μάτια, προσπαθώντας να καταλάβω τι είπε μόλις τώρα. Να κατανοήσω τις λέξεις που μόλις ξεστόμισε. Πήρα το πανέμορφο πρόσωπο του στα χέρια μου και τον φίλησα απαλά στα ματόκλαδα. Είχα σκλαβώσει την καρδιά του, το κορμί του και αυτό δεν μπορούσε να με αφήσει ασυγκίνητη.

Χοντρές, άχρωμες σταγόνες σχηματίστηκαν και πάλι στα μάτια μου. Δεν άφησα όμως ούτε ένα δάκρυ να μου ξεφύγει. Ήμουν δυνατή. Δεν θα τον χρησιμοποιούσα άλλο για να κλείσω τις πληγές μου. Ήμουν αποφασισμένη να τελειώσω ότι είχα ξεκινήσει.

Τον έσπρωξα από πάνω μου και χωρίς να το συζητήσω καθόλου, αυτός είχε ήδη καταλάβει. Είχε διαβάσει το μυαλό μου και γνώριζε τις σκέψεις μου και την σημασία τους.

Στάθηκα μπροστά του ακέραιη, γυμνή, ευάλωτη και αυτός με αγκάλιασε προστατευτικά. Δεν είχα κανένα σκοπό να εγκαταλείψω την θαλπωρή του, δεν ήθελα να το κάνω, όμως ο τόνος απελπισίας στη φωνή του ηχούσε στα αυτιά μου ξανά και ξανά.’

Το όνειρο άρχισε να διαλύεται σαν αλάτι σε νερό και τότε άνοιξα τα μάτια μου. Τα ροδοκόκκινα μάγουλα μου ήταν απόδειξη των όσων έζησα στην ύπνωση.

Ακόμα ήταν θολά. «Δημήτρη;» Είπα στον άνδρα που έβλεπα αμυδρά μέσα από την ζοφώδη ομίχλη του μυαλού μου, να κάθεται με ένα βλέμμα αγωνίας απέναντι μου. Το πανέμορφο, οικείο πρόσωπο του Μάγου ήταν λίγα εκατοστά μακριά από το δικό μου και ευθύς έκλεισα τα μάτια μου ξανά από ντροπή και ευχήθηκα να μην είδε τις σκέψεις μου.

Που ήταν τα τέρατα; Που ήταν οι καταραμένοι δαίμονες όταν τους χρειάζεσαι; Έβρισα από μέσα μου την στιγμή που ήρθα στη κυψέλη του Μάγου. Μέτρησα μέχρι το πέντε και προσπάθησα να ηρεμήσω και ταυτόχρονα να εξαφανιστώ από το σπίτι του με την βοήθεια της σκέψης μου. Αλλά που τέτοια τύχη. Τζίφος! Τίποτα δεν πέτυχα, παρά μόνο το ρεζίλεμα μου.

«Τι στο καλό συμβαίνει εδώ πέρα;» μουρμούρισα αλλά ο άντρας απέναντι μου ήταν και αυτός αναψοκοκκινισμένος και με κοιτούσε στα μάτια χωρίς να μιλά. Με κοιτούσε χωρίς να μιλά, περιμένοντας με για να τον αναγνωρίσω. «Δεν καταλαβαίνω…» είπα αφήνοντας ένα σαρκαστικό δείγμα γέλιου από τα χείλη μου.

«Συνήθως τα όνειρα μου είναι μόνο εφιάλτες με περίεργα πλάσματα, με δαίμονες, όχι με άντρες και σίγουρα όχι με πράγματα που ανήκουν στην εποχή πριν την Αποκάλυψη», δήλωσα.

«Αγάπη μου, πρέπει να συνεχίσουμε την τελετή και τότε θα καταλάβεις τα πάντα…» ξεστόμισε ο Μάγος και μετά μου πρόσφερε ξανά το δισκοπότηρο για να πιω και να συνεχιστεί η τρανς κατάσταση.

«Πως; Δεν είσαι σοβαρός. Είσαι τρελός.» τον έβρισα φανερά απορημένη, ενώ διερωτήθηκα τι έκανα λάθος.

Ο Μάγος ένωσε τις παλάμες των χεριών του μπροστά στο στήθος του και κλείνοντας τα μάτια να ψάλλει σιγανά χωρίς όμως να είμαι σε θέση να κατανοήσω τι έλεγε όμως οι εικόνες από τα όνειρα μου ακόμα και από αυτά των παιδικών μου χρόνων, ξεπηδούσαν στο μυαλό μου εισβάλλοντας σε αυτό σαν σκηνές από ταινία χωρίς την θέληση μου. Αυτό ήταν υπερβολικά επώδυνο και συνάμα πολύ τρομαχτικό.

«Σταμάτα Μάγε» τον πρόσταξα όμως αυτός συνέχισε να με βομβαρδίζει με εικόνες αγγέλων και δαιμόνων ακόμα και του ίδιου. Εικόνες μιας άλλης εποχής, που τον αγκάλιαζα και τον αποκαλούσα αγάπη μου.

«Nolite Magicae»1 του φώναξα και αμέσως ακούγοντας τις λέξεις που ξεστόμισα έκλεισα το στόμα με τα χέρια μου πανικοβλημένη. ‘Τι είχα πει μόλις τώρα;’ διερωτήθηκα και σπρώχνοντας τον με τους ώμους μου, τον έριξα πάνω στα μαξιλάρια κάτω στο πάτωμα ταράσσοντας τον από την προσευχή του και καταφέρνοντας να τον σταματήσω από το να με αφυπνίσει.

Το μυαλό μου άδειασε και άρπαξα την ευκαιρία να το σκάσω τρέχοντας.

«Στάσου, δεν πρέπει να φύγεις, όχι ακόμα…» φώναζε δυνατά ο μάγος που με ακολούθησε μερικά βήματα έξω από την κυψέλη του.

Χωρίς να σταματήσω ούτε καν για να πάρω ανάσα, βρέθηκα στην είσοδο της μεγάλης κυψέλης του Ιδρύματος. Στάθηκα στην πόρτα φοβισμένη και λίγο πριν την ανοίξω για να μπω, κοίταξα δισταχτικά πίσω μου. Ευτυχώς δεν με ακολούθησε. Πήρα δυο βαθιές ανάσες ενώ ο ιδρώτας είχε κολλήσει στο πρόσωπο μου και το δέρμα μου έσταζε.

  1.  

«Ηλέκτλα; Ηλέκτλα;» άκουσα τον Έρικ, ένα από τα παιδάκια του ιδρύματος, να με φωνάζει και συσσωρεύοντας όλη του την χάρη άρχισε να χοροπηδάει σαν μικρό λαγουδάκι προς το μέρος μου.

«Έρικ, μα τι όμορφο και μεγάλο λαγουδάκι έχω εγώ;» του είπα και τον σήκωσα τρυφερά στην αγκαλιά μου.

«Ηλέκτλα, άλγησες πολύ, σε πελίμενα, θέλω να κάνουμε τους στλατιώτες», μου είπε ο μικρός ναζιάρικα και με έκανε να λιώσω.

«Έφαγες το πρωινό σου μικρό μου αντράκι;»

Ο μικρός με κοίταξε με τα μεγάλα, αθώα, γαλανά μάτια του και όταν το έκανε αυτό, όταν με κοίταζε, ποτέ δεν μπορούσα να του αρνηθώ τίποτα.

Τότε μόνο συνειδητοποίησα ότι δεν είχα μαζί μου την τσάντα μου. Κοίταξα πίσω μου προς στην κατεύθυνση από όπου είχα έρθει τρέχοντας. Ήμουν πολύ δυσαρεστημένη που άφησα τα παιχνίδια και τη μεζούρα στο σπίτι του Μάγου. Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να τον ξαναδώ, πράγμα που δεν ήθελα ποτέ να γίνει σύντομα.

Στην σκέψη μου ήρθε και πάλι το γυμνασμένο του σώμα γεμάτο επιθυμία μόνο για εμένα και που θα έκανα τα πάντα για να το νιώσω να με αγκαλιάζει. Η εικόνα του να με φιλά παθιασμένα και να με ικετεύει να ξεχάσω με έκανε να κοκκινίσω από ντροπή. Έφερα το χέρι μου στα χείλη μου σαν να ζητούσα να γευτώ το φιλί του.

Ο μικρός Έρικ με άρπαξε από τη φούστα και την τράβηξε δυνατά για να του δώσω σημασία. Ήμουν χαμένη στις σκέψεις μου και το κατάλαβε. 

Του χαμογέλασα αμήχανα και κάθισα στα πόδια μου για να είμαστε στο ίδιο ύψος. Τότε είδα πίσω από το μικρό αγόρι το ημίγυμνο, γυμνασμένο κορμί του αδερφού μου να έρχεται προς το μέρος μας. Ο ήλιος του είχε δώσει ένα υπέροχο γλυκό χρώμα. Ήταν πολύ ωραίος άντρας. Μακάρι να είμαστε αληθινά αδέρφια. Μακάρι να του έμοιαζα σκεφτόμουν.

«Πήγαινε μέσα Έρικ, έρχομαι σε λίγο» είπα με ήρεμη φωνή στον μικρό όσο πιο γλυκά μπορούσα και χωρίς να διαμαρτυρηθεί καθόλου προσπαθούσε να με βοηθήσει να σταθώ στα πόδια μου.

Ο Τυδέος ήδη βρισκόταν πολύ κοντά μου και όταν σταμάτησε να βαδίζει στεκόταν μερικά εκατοστά μακριά μου. Ήταν πολύ ψηλός, ογκώδης και έμοιαζε άγριος. Δεν ήταν τυχαίο που οι Ακάθαρτοι τον φοβούνταν και που οι Λευίσιοι τον είχαν για τον καλύτερο τους πολεμιστή, έναν ήρωα στρατιώτη που κατακρεούργησε τους Ακάθαρτους σε διάφορες μάχες. Δεν έφτανα σε ύψος  ούτε μέχρι τον ώμο του. Το πλατύ του στέρνο με έκρυβε δημιουργώντας μου ένα περίεργο ζεστό αίσθημα ασφάλειας. Πάντα ο αγαπημένος μου Τυδέος ήταν ο προστάτης της οικογένειας μας, ακόμα και μόνο η παρουσία του με ανακούφιζε και με παρηγορούσε. 

«Μου είπε ο Μάγος ότι την άφησες στο σπίτι του», είπε και άφησε την τσάντα μου να πέσει από τα χέρια του ανοιχτή στο έδαφος κοντά στα πόδια μου.

«Ευχαριστώ» ψέλλισα και έσκυψα μαζεύοντας τα παιχνίδια που ξεχύθηκαν κάτω στο έδαφος.

«Τι σου συμβαίνει Ηλέκτρα; Πραγματικά ανησυχώ» μου είπε με ένα υφάκι που μου έσπαγε τα νεύρα. Ήθελε να τα γνωρίζει όλα. Ο Τυδέος ακούμπησε το χέρι μου γιατί κατάλαβε ότι είχα βυθιστεί στις σκέψεις μου. Προσπαθούσε να του δώσω σημασία μα μόλις με άγγιξε, η εικόνα του αποκεφαλισμένου δαίμονα από το όνειρο κατέλαβε στιγμιαία τις σκέψεις μου και το πρόσωπο μου μόρφασε από αηδία.

Ο Τυδέος το πρόσεξε και νιώθοντας άβολα, αμέσως απομάκρυνε το χέρι του γρήγορα από το δικό μου.

«Ηλέκτρα; Τι κάνεις έξω; Χρειάζομαι τη βοήθεια σου μέσα με τα αγρίμια, έλα γρήγορα, τι περιμένεις λοιπόν;» ακούστηκε η αγριοφωνάρα της Υπεύθυνης του Ιδρύματος που βρισκόταν κάπου μέσα από το σπίτι και χωρίς δεύτερη κουβέντα, χωρίς καν να κοιτάξω πίσω, μπήκα στην κυψέλη και έκλεισα δυνατά την πόρτα, αφήνοντας τον Τυδέο στην ίδια θέση να στέκεται και να κοιτάει το ίδρυμα. Σίγουρα αυτό δεν θα τελείωνε εδώ, αυτή η κουβέντα μας θα συνεχιζόταν και στο σπίτι μας. Όμως αυτό ήταν κάτι που θα το σκεφτόμουν αργότερα. Τώρα έπρεπε να πιάσω δουλειά, αλλιώς η Υπεύθυνη θα με έστελνε να δουλέψω στο Θερμοκήπιο σαν όλους τους άλλους κατώτερους Λευίσιους και φυσικά δεν θα το ήθελα ποτέ αυτό. Δεν ήταν η εργασία που θα έβρισκα στο Θερμοκήπιο αυτό που με ταλάνιζε αλλά το ότι δεν θα έβλεπα ξανά τα παιδιά του Ιδρύματος. Αυτά τα παιδιά τα είχα σαν να ήταν δικά μου μωρά, αδέρφια μου, φιλαράκια μου. Όχι, δεν θα τα άφηνα μόνα τους στο έλεος της Υπεύθυνης που δεν γνώριζε πως να τους προσφέρει αγάπη.

1.Σταμάτα Μάγε

Κεφάλαιο 5

Μπουκωμένος όπως ήμουν με το ψωμί, κρατούσα την ανάσα μου μέχρι η Ηλέκτρα να βγει από το σπίτι. Δεν ήταν μόνο η βασίλισσα της κυψέλης μας, αλλά είχε κυριαρχήσει και ενθρονιστεί στην καρδιά μου. Οι παλμοί μου είχαν χτυπήσει κόκκινο αλλά δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Δεν έπρεπε να καταλάβει ακόμα τι πραγματικά ένιωθα όταν ήμουν κοντά της, όμως δεν ήμουν σίγουρος αν αυτό ήταν εφικτό να γίνει. Το κορμί μου έπαιζε παιχνίδια και δοκίμαζε την υπομονή μου. Σπαρταρούσα για να βρεθώ μέσα της και να γίνουμε ένα.

Καταβρόχθισα με μανία το δεύτερο κομμάτι από την τεχνητή μαλακία που μας μοίραζαν για φαγητό. Δούλευα σαν σκλάβος κάθε μέρα στο θερμοκήπιο της περιοχής για δύο κομμάτια ψωμί και πέντε μεζούρες νερό την ημέρα και αυτό για δυο άτομα, τουλάχιστον η Ηλέκτρα σαν Φροντιστής, μπορούσε να φάει στο Ίδρυμα μαζί με τα παιδιά γιατί οι 4 μεζούρες νερό και τα δυο κομμάτια κρέας που της έδιναν κάθε πενθήμερο δεν μας έφταναν. Σπάνια μας έδιναν κάτι περισσότερο στο Θερμοκήπιο και δυστυχώς φέτος δεν ήταν καλή χρονιά για τη σοδειά. Μας είχαν ήδη προετοιμάσει για μελλοντικές περικοπές.

Παντού θάνατος… πόσοι Λευίσιοι πρέπει να πεθάνουν ακόμη από την ασιτία και την δίψα φέτος; Χτύπησα την γροθιά μου στο τραπέζι με δύναμη και έβρισα τον Στρατηγό και τους Σοφούς δυνατά. Κι όμως τι μπορούσα πλέον να κάνω; Βρισκόμουν  εγκλωβισμένος στο Θερμοκήπιο, ανίκανος να την βοηθήσω περισσότερο. Ανήμπορος να της προσφέρω περισσότερα. Και δεν έφτανε μόνο αυτό, δεν είχα την ευκαιρία να ξεθυμάνω σκοτώνοντας έστω και μερικούς Ακάθαρτους.

Μέσα στην απελπισία μου και αρνούμενος να θάψω την προηγούμενη ζωή μου ως στρατιώτικός, θυμήθηκα τα λόγια ενός από τους Εννέα Σοφούς της Πόλης… «Ne innitaris Prophetas fortuna et non sprevit precem eorum»2.

Όταν ήμουν στον Στρατό, είχα ακούσει τον ‘τρελό’ να παραμιλά. Αυτός ο άνθρωπος ήταν άγριος σαν κτήνος όταν έμπαινε στην μάχη. Δεν δίσταζε καθόλου… σε αυτό μοιάζαμε, ίσως να ήταν και ο λόγος που του κρατούσα συντροφιά. Όλοι τον φοβούνταν, ήταν παρορμητικός και σχεδόν δεν μιλούσε ποτέ παρά μόνο μούγκριζε. Όταν όμως δεν πολεμούσαμε, του άρεσε να ονειροπολεί και να μου μιλά για τον Λειμώνα, μια μυθική περιοχή όπου Λευίσιοι και Ακάθαρτοι συνυπάρχουν και ζευγαρώνουν εδώ και εκατοντάδες χρόνια, ειρηνικά χωρίς μεζούρες για το νερό, με πολλά κομμάτια ψωμί και οσμές από πραγματικό φαγητό. Τότε γελούσα μαζί του, τώρα όμως μου κόπηκε το γέλιο και παρέμεινα με τη σκέψη μου. Τι κι αν υπάρχει στην τελική αυτός ο τόπος; Υπήρχε πιθανότητα όλα όσα μου εξιστορούσε ο τρελός να ήταν πραγματικότητα και ο Λειμώνας δεν ήταν μόνο ένα προϊόν της φαντασίας ενός παράφρονα; Αν δεν είναι απλά τα λόγια ενός τρελού; Τότε;

Ένιωσα το κάθε κύτταρο μου να τρέμει….

«Τότε υπάρχει ελπίδα» μουρμούρισα. «Ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον …»

Σκέφτηκα την Ηλέκτρα ξέγνοιαστη και το χαμόγελο της να φωτίζει το ήρεμο της πρόσωπο και να ακτινοβολεί την καλοσύνη της σε όλο το μέρος. Ήταν ευτυχισμένη. Η λεπτή της φιγούρα κολυμπούσε ολόγυμνη και αμέριμνη στους καταρράχτες του Λειμώνα περιμένοντας με, προσκαλώντας με να την ακολουθήσω στα διάφανα, λαμπερά νερά της λίμνης για να ενωθούμε με μάρτυρα την μαγεία της φύσης γύρω μας.

Πριν με ζώσουν τα πονηρά φίδια του έρωτα κούνησα αδέξια το κεφάλι μου για να σβήσω την μορφή της. Για άλλη μια φορά έκανα πέτρα την καρδιά μου και φιλοξένησα το απόλυτο κενό στις σκέψεις μου.

Πήρα την μπλούζα που κρεμόταν άχαρα στην καρέκλα και την έδεσα περίτεχνα στο κεφάλι σαν μπαντανά για να με προστατεύσει από τον ήλιο. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου με δύναμη και ξεκίνησα για τη δουλειά.

2.  Μη βασίζεσαι στην τύχη και μην περιφρονείς τους Προφήτες

Copyright, © 2019, Βαρβάρα Σεργίου. Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα.

trainingmamas

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to top